σελίδα στα αγγλικά english
συντομογραφίες
ΛΕΞΙΚΟ > όροι
α β γ δ ε ζ η θ ι κ λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ φ χ ψ ω
a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

HELP
συντομογραφίες
προφορά: χρησιμοποιώ τα σύμβολα του Διεθνούς Φωνητικού Αλφαβήτου (i.p.a. International Phonetic Alphabet) σε αγκύλες (fonts: Arial Unicode MS).
Γράφω τα ελληνικά σε μονοτονική γραφή (γρ.μονο.). Αν γράψε σε πολυτονική, τότε σημειώνω: γρ.πολυ.

 Αα
 αττική γλώσσα, λογοτεχνία: βλ. τοποθεσία Αττική.
 αιολικός, Αιολείς: Βλ. ονόματα για τους έλληνες.
 αλεξανδρινός βλ. eng. alexandrine, alexandrian.
1. Από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (Alexandria of Egypt) αραβικά: al‑iskandariyyah.
2. Ένα είδος ποιητικού στίχου, όπως έχει χρησιμοποιηθεί σε παλαιό γαλλικό ποίημα του 1580‑90 σχετικά με το μεγαλέξαντρο.
 αλλόφωνο ελλ.επίθ.αρσ‑θηλ‑ουδ: αλλόφων‑oς ‑η ‑o(ν) [a`lofonos a`lofoni a`lofono(n)].
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από ελλ.αντων.αόριστη: άλλ‑oς ‑η ‑o(ν) + ελλ.ουσ.θηλ: φωνή = voice.
1. το αλλόφωνο (ουσιαστικοποιημένο επίθ.): Ηχητική παραλλαγή ενός φωνήματος. Η παραλλαγή μπορεί να διαφοροποιεί ή να μην διαφοροποιεί το νόημα μέσα στο περιβάλλον μιας γλώσσας. Π.χ. τα αλλόφωνα [k] και [q] χρησιμοποιούνται ως ένα φώνημα στην αγγλική, αλλά διαφορετικά στην αραβική.
What is an allophone? @www.sil.org
Phonemes και allophones by Kevin Russell
ALLOPHONE. The Columbia Guide to Standard American English.
2. ο αλλόφωνος (επίθ.): Εκείνος του οποίου η μητρική γλώσσα είναι 'άλλη'. Π.χ. ένας αγγλόφωνος καλεί 'αλλόφωνους' όσους δεν μιλούν αγγλικά, κ.λπ.
 άλωση, η. (ελλ.ουσ.θηλ.)
γρ.πολυ: ἡ ἅλωσις γρ.μονο: η άλωσις [`alosis] ν.ελλ: η άλωση [`alosi]
ΣΗΜΑΣΙΑ: η κατάκτηση ενός τόπου, πόλης, δύναμης, κυρίως μετά από πολιορκία. Π.χ. η άλωση της Κωνσταντινούπολης.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: < αρχ.ελλ.ρήμα. γρ.πολυ: ἁλίσκoμαι ν.ελλ:[a`liskome] = κατακτώ, κρατώ, παίρνω.
 αχαϊκός, Αχαιοί: Βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα.
 a
 a.e.v., e.v.: See a.e.v. συντομογραφία.
a.e.v. = lat:ante eram vulgarem = π.κ.ε. (προ κοινής εποχής)
e.v. = lat: era vulgari = κατά την κοινή εποχή. (Από τα ρωμαϊκά χρόνια και μετά).
Σύστημα διαίρεσης του ιστορικού χρόνου σε 2 εποχές: την αρχαία, και την τρέχουσα εποχή. Μοιάζει με το χριστιανικό σύστημα: π.Χ./μ.Χ. (προ Χριστού, μετά Χριστόν). στα αγγλικά: B.C. (Before Christ) / A.C. (After Christ) ή το παλιό A.D. (Anno Domini). Αποφεύγουμε όμως κάθε θρησκευτική αναφορά. Προτιμώ να το σημειώνω με τη λατινική βραχυγραφία, καθώς η λατινική, μια κλασική γλώσσα, εξυπηρετεί χρήστες πολλών διαφορετικών γλωσσών.
Το σύστημα, μετράει ένα έτος '0' (από το μηδέν 0 έως το ένα 1) όπως στο αστρονομικό σύστημα μέτρησης, ενώ στο χριστιανικό σύστημα, το έτος αυτό ονομάζεται 'πρώτο έτος' (1ο).
Όμως, είναι άραγε 'κοινή' αυτή η εποχή; Μάλλον, το τέλος της αρχαιότητας ήρθε πράγματι χονδρικά, εκείνους τους καιρούς για πολλούς πολιτισμούς (για του δυτικούς, στα ρωμαϊκά χρόνια). Ελπίζω, μια μέρα, όλοι οι άνθρωποι, να υιοθετήσουμε ένα νέο σύστημα... ίσως μετρώντας ως έτος 0έως1 τη χρονιά που θα φτιάξουμε την πρώτη μας αποικία στον Άρη;
Στις σελίδες μου, όταν δεν σημειώνεται τίποτα δίπλα σε μια χρονολογία, τότε υπονοείται το κ.ε. Μερικές βυζαντινές ημερομηνίες δίνονται στο παραδοσιακό Ιουλιανό ημερολόγιο. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο ακολουθείται σήμερα από τις περισσότερες χριστιανικές χώρες.
Το ΣΗΜΕΡΑ σε πολλά καλαντάρια: isotropic.org/date
Calendar@wikipedia
Julian/Gregorian @www.tondering.dk.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ για τις λατινικές βραχυγραφίες:
AEV: ante+πτώση αιτιατική, ενικού: ante eram vulgarem.
EV: σε πτώση δοτική, ενικού: era vulgari.
 alveolar (αγγ.επίθ.)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από το λατ.ουσ.αρσ. alveolus, ‑i = μικρή κοιλότητα.
ΣΗΜΑΣΙΑ στη γλωσσολογία: βλ. ομιλία.
 Ββ
 Βενετοκρατία ή Ενετοκρατία = η κυριαρχία των Βενετών.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.επίθ. Eνετός [ene`tos] ή Bενετός [vene`tos] + ‑κρατία [kra`tia] που δηλώνει κυριαρχία από το ελλ.ουσ.ουδ. κράτoς.
Περίοδος κυριαρχίας της Βενετίας στη Μεσόγειο θάλασσα. Για τους έλληνες: κυρίως η κατοχή της νήσου Κρήτης και πολλών άλλων νησιών. Ο όρος πρωτοεμφανίστηκε το 1851. {D.G.b.}
Επίσης βλ. ρωμαιοκρατία, φραγκοκρατία, τουρκοκρατία.
 βιβλίο βλ. λήμμα βιβλίο.
 βουστροφηδόν ελλ.επίρ.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από αρχ.ελλ.ουσ.αρσ: βoυς ν.ελλ:[vus] = βόδι + ελλ.ουσ.θηλ: στρoφή [stro`fi].
ΣΗΜΑΣΙΑ: Το να γράφουμε στην κατεύθυνση με την οποία οργώνεται ένα χωράφι. Μια γραμμή προς τα δεξιά, η επόμενη προς τα αριστερά. Με οφιοειδές σχήμα.
Στην ελληνική γραφή: Οι άλλοι δύο τρόποι γραφής ήταν: δεξιά‑προς‑αριστερά και αριστερά‑προς‑δεξιά (η οποία επικράτησε).
 Βυζάντιο Βλ. BYZANTIUM in history, the city, links (αγγ)
 Γγ
 Γραικός, Graecus, Greek, Greece. Βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα.
 γράμμα (σύμβολο)
Σύμβολο που χρησιμοποιείται για την αποτύπωση γλώσσας, συνήθως παριστάνοντας έναν ήχο της. {@D.E.C.}
Τα γράμματα μπορεί να είναι κεφαλαία (λατ: majusculae literae) ή μικρά (λατ:minusculae) {D.LG.k.}:
λατ.ουσ.θηλ: lītēra, ‑æ ή līttēra, ‑æ = 1. γράμμα (σύμβολο). 2. στον πληθυντικό: literæ, ‑ārum = η λογοτεχνία π.χ. Græcæ literæ = ελληνική λογοτεχνία 3. στον πληθυντικό: literæ, ‑ārum = γραπτό μήνυμα, επιστολή.
λατ.επίθ: majuscŭlus, ‑a, ‑um = υποκ. του λατ.επίθ: major, major, majus (ή: maior, maius), γεν:‑ōris = μεγαλύτερος 2. προηγούμενος, λίγο μεγαλύτερος, ανώτερος (συγκρ. του λατ.επίθ: magnus, ‑a, ‑um = μεγάλος).
λατ.επίθ: mĭnuscŭlus, ‑a, ‑um = υποκ. του λατ.επίθ: mĭnor, mĭnor, mĭnĭus, γεν:‑ōris = μικρότερος (συγκρ. του parvus, ‑a, ‑um = μικρός).
 Δδ
 Δαναοί
Ομηρικό όνομα για τους έλληνες: βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα.
Για το γνωστό απόφθεγμα του Βιργίλιου: βλ. timeo Danaos...
 δημοτική (εννοείται: γλώσσα)
ελλ.επίθ. αρσ:δημoτικός [δimoti`kos] θηλ: δημoτική [δimoti`ci] ουδ. δημoτικό [δimoti`ko].
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από το ελλ.ουσ. δήμoς [`δimos].
ΣΗΜΑΣΙΑ: κάτι που είναι του δήμου, κοινό, των ανθρώπων.
Για την ιστορία της ελληνικής γλώσσας: δημοτική: επίθ.θηλ. στο οποίο αποδίδεται το ουσ. γλώσσα [`γlosa]. Είναι τα Νέα Ελληνικά που διαμορφώθηκαν ως η ομιλουμένη γλώσσα μέσα από τη χρήση της ελληνιστικής Κοινής, της βυζαντινής (Byzantium), και οι αλλαγές που υπέστησαν σε όλους τους αιώνες των νεοτέρων χρόνων. Περιφρονήθηκε ως μια γλώσσα που απείχε από την ομορφιά της αρχαίας, κατηγορήθηκε και διώχθηκε. Μετά από πολλούς αγώνες, επικράτησε. Από το 1976, είναι η επίσημη γλώσσα του Νέου Ελληνικού κράτους. Επίσης, βλ. καθαρεύουσα και greek language history.
 διακριτικό σημάδι [δiakriti`ko] ή [δjakriti'ko]
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.πρόθ. δια‑ [δia] + ελλ.επίθ. κριτικό [kriti'ko]
ΣΗΜΑΣΙΑ: σημάδι που χαρακτηρίζει και ξεχωρίζει.
Στη γραφή: ένα σημάδι επάνω ή κάτω ή κοντά σε ένα γράμμα που υποδεικνύει μια ιδιαίτερη φωνητική εκφορά. Π.χ. τα διακριτικά των τονισμών.
Diacritic@wikipedia (αγγ).
 διάλεκτος
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.προθ. δια [δia] + ελλ. ρίζα λεκτ‑ [lekt] από το ρήμα λέγω [`leγo] .
ΣΗΜΑΣΙΑ: Παραλλαγή μιας ανθρώπινης γλώσσας: συνήθως περιγράφει την παραλλαγή μέσα σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή. Διαφέρει από την κοινή γλώσσα από πολλές απόψεις: προφορά, γραμματική και συντακτικό, λεξιλόγιο.
Στην ελληνική γλώσσα: υπάρχουν αρχαίες διάλεκτοι και μερικές σύγχρονες. Βλ. history of greek.
Σημείωσή μου: Οι χρήστες μιας διαλέκτου δεν είναι καταληπτοί από τους χρήστες της κοινής. Αντιθέτως, οι χρήστες κάποιου ιδιώματος είναι καταληπτοί.
 δίγραμμα ή αγγ: digramme, digraph
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: δις [δis] = + ελλ.ουσ.ουδ. γράμμα [`γrama].
Συνδυασμός δύο γραμμάτων. Π.χ. ο μονόφθογγος [δ] γράφεται στα ελληνικά με το μονόγραμμα <Δ> (δέλτα), αλλά με το δίγραμμα <TH> στα αγγλικά (όπως στη λέξη this).
μονόγραμμα = μόνον ένα γράμμα.
 δίχρονος ελλ.επίθ.αρσ: δίχρoνoς [`δixronos] = με δύο χρόνους, δύο διάρκειες.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από ελλ. δις [δis] + ελλ.ουσ.αρσ. χρόνoς [`xronos].
ΣΗΜΑΣΙΑ: Στη γραμματική: Η διπλή πιθανότητα στην αξία ενός φωνήεντος: μερικές φορές είναι βραχύ, άλλες πάλι μακρό.
Στην ελληνική γραμματική: Τα δίχρονα φωνήεντα είναι: A alpha, I iota και Y upsilon.
 δίφθογγος ελλ.ουσ.θηλ. δίφθογγος
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: δις [δis] + ελλ.ουσ.αρσ. φθόγγος [ˈfθoŋgos] = φθόγγος, ήχος.
μονόφθογγος = ένας ήχος.
Στη φωνητική της ελληνικής: δίφθογγος είναι η ταχύτατη εκφορά δύο φθόγγων.
Στην ελληνική γλώσσα: Αρχικά, όλα τα διγράμματα (greek digrammes) προφέρονταν ως δύο ξεχωριστοί φθόγγοι. Αργότερα, μερικοί συνδυασμοί κατέληξαν να γίνουν μονόφθογγοι. Όμως διατήρησαν την ορθογραφία με τα δύο γράμματα. Εξαιρέσεις: βλ. διαλυτικά dialytics (umlaut). Στην ερασμική προφορά (erasmic) προφέρονται ακόμη ως δίφθογγοι.
 δωρικός, Δωριείς: Βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα.
 Εε
 εικονόγραμμα = πικτόγραμμα, πικτογράφημα (αγγ: pictogramme ή pictograph)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.ουσ.θηλ. εικόνα [i`kona] + ελλ.ουσ.ουδ. γράμμα [`γrama].
Για τις γραφές: ένα σύμβολο που παριστά με εικονογράφηση.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Omniglot - Writing systems Logographic.
Επίσης, βλ. ιδεόγραμμα.
 επιγραφική. επιγραφολογία. = η επιστήμη της μελέτης των επιγραφών.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.ουσ.θηλ: επιγραφή [epiγra`fi]
ελλ.πρόθ. επί + γραφή + ‑λογία ‑λoγία [lo`γia] = που σημαίνει 'το να μιλάς για κάτι'.
Αγγ: epigraphe = επιγραφή, και epigraphy = επιγραφική, επιγραφολογία.
 ετεοκρητικός άνθρωποι/γλώσσα/γραφή:
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ. ETEOΣ ετεός αρχ.ελλ. [ete`os] = αυθεντικός, αρχικός. Κρήτη (ΧΑΡΤΗΣ). Η λέξη KPHTH είναι αβέβαιου ετύμου προελληνικής προέλευσης.
Υποθέτουμε ότι Ετεόκρητες ήσαν οι παλαιότατοι προέλληνες κάτοικοι της Κρήτης. Ο Ηρόδοτος λέει (1.173) ότι δεν μιλούσαν ελληνικά. Η τύχη τους και η έλευση των ελληνικών λαών στην Κρήτη χάνεται μέσα στο μύθο.
Eτεόκρητες [ete`okrites], είναι το όνομα που δίνει ο Όμηρος σε ένα ξέχωρο γένος των Κρητών (βλ. τ176 Οδύσσεια).
'Ετεοκυπριακός' και 'Ετεοκρητικός' είναι δυο λέξεις που οι γλωσσολόγοι χρησιμοποιούν για να ονομάσουν τις προελληνικές γλώσσες και γραφές που βρέθηκαν στα δυο νησιά.
 e
 e.v.: Βλ. a.e.v.
 Ζζ
-
 Ηη
 ητασιστικός από το ελληνικό γράμμα H eta.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: γερμανικά: Etazisten = Οι οπαδοί της προφοράς του γράμματος ήτα (H) ως[`ε:ta] και όχι [`ita]. Γενικά: το να χρησιμοποιεί κανείς ερασμική erasmic pronunciation of greek.
ΑΝΤΙΘΕΤΟ: ιωτασιστικός.
 Ελλάς, έλλην, ελληνικός Βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα, ελληνιστικός.
 I
 ιερογλυφικά
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.επίθ.ουδ.πλ: ιερoγλυφικά = που αποδίδεται στο ουσ. γράμματα και αργότερα ουσιαστικοποιήθηκε. από τις λέξεις: ιερο [ie`ro] + ρήμα γλύφω [`γlifo] = σκαλίζω.
Με αυτή τη λέξη περιέγραψαν οι αρχαίοι έλληνες την αρχαία αιγυπτιακή εικονογραφική γραφή.
Για τις γραφές: Σύμβολα ή σύστημα γραφής που χρησιμοποιεί εικονογράμματα ή ιδεογράμματα για να δημιουργήσουν λέξεις, ή συλλαβές, ή γράμματα (όπως στην αρχαία αιγυπτιακή γραφή).
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Hieroglyphic@fhw.gr
 ιωνικός, Ίων
βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα
 ιδεόγραμμα ή ιδεογράφημα
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.ουσ.ουδ. ιδεόγραμμα
ιδέα [iδ`ea] + ελλ.ουσ.ουδ. γράμμα [`γrama].
Σύμβολο που παριστάνει μια ιδέα (όχι ήχο). Όπως στα κινεζικά ιδεογράμματα.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Omniglot - Writing systems Logographic.
 ιδίωμα
Στη γλωσσολογία: χρήση της γλώσσας έξω από την κοινή συνήθεια.
Χρησιμοποιώ τον όρος ως: μια μορφή της γλώσσας, διαφορετική από την κοινή χρήση, που όμως γίνεται καταληπτή από τους χρήστες της κοινής (έχει μικροδιαφορές). Σε αντίθεση με τη διάλεκτο, που δεν γίνεται κατανοητή στους χρήστες της κοινής.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ. ιδίωμα [i`δioma] από: ίδιoς [`iδios].
idiom στα αγγλικά: σημαίνει την έκφραση που δεν κυριολεκτεί.
 Ινδοευρωπαϊκός (I.E.)
στη γλωσσολογία: η υποθετική γερ:Ursprache (μητέρα πρωτογλώσσα) μιας μεγάλης οικογένειας γλωσσών της Ευρώπης και της Ασία (σήμερα, μερικές είναι νεκρές, και μερικές είναι σε χρήση).
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ I.E. links.
 ιωτασιστικός από το ελληνικό γράμμα I iota.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: γερμανικά: Itazisten ή Iotazisten = Οι οπαδοί της προφοράς του ελληνικού γράμματος ήτα (H) ως [`ita] (επίσης και τα φωνήεντα ή συνδυασμούς τους: Y, EI, OI, YI) και όχι [`ε:ta]. Γενικά: το να χρησιμοποιείται η σύγχρονη, ροϊχλίνια (reuchlinian) προφορά για την ελληνική.
Η τάση αυτών των φωνηέντων ή αυτών των συνδυασμών να ακούγονται ως [i]. Βλ. I iota.
ΑΝΤΙΘΕΤΟ: ητασιστικός.
 Κκ
 καθαρεύουσα = καθαρή, αγνή, εννοείται το ουσ: γλώσσα [`γlosa].
Στην Ελλάδα: Η τεχνητά αποκαθαρμένη γλώσσα (κυρίως γραπτή) που τέθηκε ως πρότυπο για χρήση στο Νέο Ελληνικό κράτος. Ο στόχος ήταν να πεταχτούν δάνεια (κυρίως από την τουρκική, αλβανική και ιταλική) και κεντρική ιδέα ήταν η επιμονή στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής. Η μάχη ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική που δημιούργησε μια σχιζογλωσσία, έληξε το 1976 με τη δημοτική να επικρατεί ως επίσημη γλώσσα, δια νόμου.
 κ.ε.: Βλ. aev/ev
 κλίση. αγγ: inflection - declention (προσοχή στη διαφορά των δύο αγγλικών λέξεων, που σημαίνουν: η κλίση).
inflection - declention
 κοινή ελλ.επίθ.θηλ. εννοείται το ουσ. γλώσσα [`γlosa].
Για την ελληνική γλώσσα: Στους ελληνιστικούς χρόνους, ήταν η lingua franca της δυτικής ασίας και της μεσογείου. Επικράτησε μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (324 π.κ.ε.), μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους, έως τον 4ο‑5ο αιώνα κ.ε. Ακολούθησε η βυζαντινή κοινή. Η Κοινή, ήταν η γλώσσα που ήταν σε χρήση και στην ομιλία και στη γραφή. Όμως οι πιο 'ακαδημαϊκοί' λόγιοι προτιμούσαν να γράφουν στην κλασσική αττική διάλεκτο. Τα χριστιανικά ευαγγέλια ήταν γραμμένα στην Κοινή. Είναι γλώσσα καταληπτή από έναν σημερινό έλληνα, με κάποια προσπάθεια (όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες στην Ελλάδα χρησιμοποιούν ακόμη στη λειτουργία την Κοινή).
Koine links, ancient greek.
 Λλ
 labiodental
Ήχος που παράγεται από τα χείλη και τα δόντια σε συνδυασμό.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: σύνθετη λέξη από τις λατινικές ρίζες: labi‑ = χείλη και dent‑ = δόντια. {D.LG.k.}:
1. labi‑: αρχαϊκό ουσ.θηλ: lăbĭa, ‑æ αντί του lăbrum. Επίσης, σπάνιο ουσ.ουδ: lăbĭum, ‑ĭi αντί του lăbrum.
ουσ.ουδ: lăbrum, ‑i = χείλος < ρήμα: lambo, ‑bi, ‑ĕre = γλύφω.
2. dent‑: ουσ.αρσ: dens, ‑ntis = δόντι (π.χ. dentes primores = μπροστινά δόντια).
ΣΗΜΑΣΙΑ στη γλωσσολογία: βλ. speech.
 λάρυγξ ελλ.ουσ.αρσ. εν.ονομ: λάρυγξ [`lariŋks] - εν.γεν: λάρυγγoς [`lariŋgos].
Εκεί βρίσκονται οι φωνητικές χορδές.
 lingua franca (λατ.) = γλώσσα φραγκική.
ΣΗΜΑΣΙΑ: Οποιαδήποτε γλώσσα ομιλείται, χρησιμοποιείται από διάφορους λαούς σε μια περίοδο. Συνήθως είναι η κοινώς χρησιμοποιούμενη γλώσσα του εμπορίου, της επιστήμης κ.λπ.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: {D.LG.k.}:
λατ.ουσ.θηλ: lingua, ‑æ = γλώσσα.
λατ.ουσ.θηλ: Francĭa, ‑æ = περιοχή της Γερμανίας. Οι κάτοικοι ήσαν οι: λατ.ουσ.αρσ: Franci, ‑orum, λατ.επίθ: Francĭcus.
 Μμ
 μονοτονικό και πολυτονικό σύστημα στην ελληνική γραφή chart
Συστήματα γραφής σε σχέση με τα διακριτικά σημάδια κοντά στα γράμματα. Μπορεί να δείχνουν την αναπνοή ή τον τονισμό, την ένταση (βλ. introduction to diacritics).
1. Ατονικό σύστημα [atoni`ko `sistima] = χωρίς κανένα σημάδι. Η ελληνική γραφή από την αρχαιότητα έως τους ελληνιστικούς χρόνους δεν είχε κανένα διακριτικό. (βλ. ancient greek script).
2. Πολυτονικό σύστημα [politoni`ko `sistima] = Σύστημα με πολλά διακριτικά σημάδια που αναπτύχθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους (βλ. hellenistic diacritics).
3. Μονοτονικό σύστημα [monotoni`ko `sistima] = Μόνον ένα σημάδι διατηρήθηκε: αυτό για τον τονισμό μας συλλαβής. Επισήμως, από νόμο της ελληνικής βουλής το 1982. Έχει το σχήμα της παλιάς οξείας. Μερικοί το γράφουν σαν μια απλή κουκίδα. (βλ. modern diacritics).
 Νν
 νεοελληνικός, νεοέλληνας. νεοελληνική (εννοείται: γλώσσα)
Κάποιος ή κάτι που είναι έλληνας ή ελληνικός σε σχέση με το νέο ελληνικό κράτος και όχι την αρχαία ή τη βυζαντινή περίοδο.
Για την ελληνική γλώσσα: Η δημοτική γλώσσα των τελευταίων αιώνων (όχι η αρχαία ή η γλώσσα των μεσαίων χρόνων).
ελλ.επίθ.θηλ: νεoελληνική [neoelini`ci] εννοείται το ουσ.θηλ: γλώσσα [`γlosa] ή απλώς σαν σύνθετο ουσ.ουδ.πληθ: νέα ελληνικά [`nea elini`ka].
 Οο
 οικουμενικός Όρος που χρησιμοποιεί η ελληνική αντί το λατινογενές γκλομπαλιστικός.
Το ελλ.επίθ. oικoυμενικός [ikumeni`kos] προέρχεται από το ουσ. OIKOΣ = σπίτι και εννοεί όλον τον πλανήτη μας, τη Γη. Έτσι, OIKOYMENH [iku`meni] σημαίνει: η Γη που κατοικείται.
 ομιλία, λόγος
Φυσιολογία της ομιλίας (ο τρόπος και τα σημεία όπου παράγεται ο ήχος της ανθρώπινης φωνής και ομιλίας):
Phsyiology of speech animation at LSP at Arizona.edu, USA
Consonants according to place of articulation animation at LSP at Arizona.edu, USA
Linguistics Glossary @www.sil.org
 ορθογραφία [orθoγra`fia]
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από το ελλ.επίθ. oρθός [or`θos] = σωστός + ελλ.ρήμα. γράφω [`γrafo].
ιστορική ορθογραφία: Η αρχική γραφή των λέξεων στις περισσότερες γλώσσες ήταν φωνητική. Καθώς περνούσε ο καιρός, η προφορά άλλαζε. Όμως η γραφή, όχι. Κρατούσε την παλιά της μορφή ενώ η παλιά προφορά είχε χαθεί. Έτσι, η ιστορική ορθογραφία είναι λιγότερο φωνητική.
π.χ.: οι ελληνικές λέξεις: φύλλoν, φύλoν, φίλoν
με παλαιά αρχαία προφορά θα εκφέρονταν: [`fy:llon] [`fylon] [`filon]. Σήμερα, όλες προφέρονται με τον απλούστερο τρόπο: [`filon]. Όμως η ορθογραφία παραμένει ανέπαφη.
 Ππ
 palatal
Στη φωνητική: ήχος που παράγεται με τη γλώσσα κοντά ή πάνω στο πάνω μέρος της στοματικής κοιλότητας. βλ. ομιλία, φυσιολογία της ομιλίας.
 πελασγικός
ελλ.επίθ. πελασγικός [pelazji`kos]
Πελασγοί: Μια από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς όταν αναφέρονταν σε προελληνικούς λαούς. Από το μυθικό τους προπάτορα: τον Πελασγό. Κατοικούσαν στην ανατολική Μεσόγειο πριν από την έλευση των ελληνικών‑ινδοευρωπαϊκών φύλων.
Pelasgians@wikipedia (αγγ)
Στην ελληνική μυθολογία: Πελασγός. Ήταν γιος του Δία και της Νιόβης, κόρης του Φορωνέος (όχι η Νιόβη η κόρη του Τάνταλου). Ο Άργος (Argus) ήταν αδελφός του.
 π.κ.ε., κ.ε. Προ Κοινής Εποχής, Κοινή Εποχή
λατ: a.e.v./e.v. = ante eram vulgarem/era vulgari.
αγγ: b.c.e./c.e. = Before common era, Common era.
 πνεύματα
Aγγ: aspiration = στην ομιλία: αναπνοή, να παράγεται ο ήχος [h].
 πνεύματα στην ελληνική γραφή
1. Έως τους ελληνιστικούς χρόνους: κανένα. (βλ. ancient greek script).
2. Στην πολυτονική ελληνική γραφή από τους ελληνιστικούς χρόνους έως το 1982 κ.ε. (βλ. introduction to diacritics): δύο διακριτικά: δασεία και ψιλή. (βλ. breathing diacritics explained).
3. Στη μονοτονική ελληνική γραφή από το 1982: κανένα.
Επίσης βλ. τονισμοί.
 postalveolar
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από λατ.πρόθεση post = μετά + λατ.ουσ.αρσ. alveolus, ‑i = μικρή κοιλότητα.
Στη φωνητική: βλ. ομιλία, φυσιολογία της ομιλίας.
Postalveolar είναι οι ήχοι sh όπως στο αγγ. 'shop', dj στο αγγ. 'judge' κ.λπ.
 προσωδία
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.ουσ.θηλ. γρ.πολυ: πρoσῳδία γρ.μονο: πρoσωδία [proso`δia] από ελλ.πρόθ. πρoς [pros] + ελλ.ουσ.θηλ. ωδή [o`δi].
ΣΗΜΑΣΙΑ: 1. Ο μουσικός, ρυθμικός τονισμός της φωνής σε γλώσσες όπου υπάρχει βραχεία ή μακρά αξία σε συλλαβές και φωνήεντα. Είναι πολύ σημαντική για την ποίηση.
2. Γενικά: το τονισμός και τα χαρακτηριστικά της έντασης και του τόνου της φωνής στις ανθρώπινες γλώσσες.
Τα αρχαία ελληνικά ήταν μία από τις γλώσσες που χρησιμοποιούσαν την προσωδία, αλλά γρήγορα την έχασαν, κρατώντας μόνο τον τονισμό έντασης. Σήμερα, η προσωδία διατηρείται σε γλώσσες όπως τα κινεζικά. chinese@ www.transparent.com.
Prosody@wikipedia
 Ρρ
 Ρωμιός βλ. ονόματα για τους έλληνες και την Ελλάδα.
 Σσ
 συλλαβόγραμμα
από ελλ.ουσ.θηλ. συλλαβή [sila`vi] + ελλ.ουσ.ουδ. γράμμα [`γrama].
ΣΗΜΑΣΙΑ: Γράμμα (σύμβολο) που δηλώνει μία ή περισσότερες παραλλαγές μιας συλλαβής. π.χ. pa, pe, pi, fa, fe, fi... κ.λπ. Τέτοιο σύστημα (συλλαβογραφικό) χρειάζεται μεγάλο αριθμό γραμμάτων. Η Γραμμική Β ήταν συλλαβογραφική γραφή της ελληνικής γλώσσας.
syllabic writing systems @omniglot.
 σύμφωνο
Στη φωνητική: βλ. το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο (International Phonetic Alphabet), πίνακας συμφώνων.
διπλό σύμφωνο: Ένα γράμμα παριστά δύο ήχους συμφώνων. Π.χ. στα αγγλικά το γράμμα X δηλώνει τους ήχους [ ks ].
Στη φωνητική της ελληνικής: υπάρχουν περίπου 30 ήχοι συμφώνων. Βλ. ipa για τα ελληνικά.
Στη γραμματική της ελληνικής: από τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (greek alphabet), 17 δηλώνουν σύμφωνα: βήτα (B), γάμμα (Γ), δέλτα (Δ), ζήτα (Z), θήτα (Θ), κάππα (K), λάμδα (Λ), μι (M), νι (N), ξι (Ξ), πι (Π), ρο (P), σίγμα (Σ), ταυ (T), φι (Φ), χι (Χ), ψι (Ψ).
συμφωνόγραμμα (σε σύστημα γραφής): Ένα γράμμα (σύμβολο) δηλώνει ένα σύμφωνο συνοδευόμενο ή όχι από κάποιο/α φωνήεν, όπως σε παλαιά συστήματα όπως:
π.χ. βλ. Γραμμική Β στους συνδέσμους Prealphabetic links
omniglot.com - consontant alphabets
 Ττ
 τονισμός (έντασης)
Στη φωνητική: η έμφαση που δίνεται σε μια συλλαβή ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες ως προς την ένταση ή τη διάρκεια ή και τα δύο.
Στη γραφή: σημάδι που δηλώνει έμφαση στην ένταση της φωνής.
Στην ελληνική γραφή: Βλ. greek diacritics.
Βλ. accent στα αγγλικά.
 τόνοι στην ελληνική γραφή
1. Από τους αρχαίους έως τους ελληνιστικούς χρόνους: κανένας. (βλ. ancient greek script).
2. Στην πολυτονική γραφή από τους ελληνιστικούς χρόνους έως το 1982 κ.ε. (βλ. introduction to diacritics): τρία σημάδια τόνων που όμως δεν διαφοροποιούν την εκφορά: ˊ οξεία (αγγ: acute accent), ˋ βαρεία (αγγ: grave accent) και ˜ περισπωμένη(αγγ: circumflex accent). Βλ. stress diacritics explained.
3. Στη μονοτονική γραφή από το 1982: ένα σημάδι τόνου (Σχήμα της οξείας. Μερικοί το γράφουν σαν μια μικρή τελίτσα.).
Επίσης βλ. πνεύματα.
 τουρκοκρατία
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.επίθ.αρσ. Toύρκoς [`turkos] + ‑κρατία [kra`tia] από ελλ.ουσ.ουδ. κράτoς.
ΣΗΜΑΣΙΑ: Περίοδος τουρκικής κατοχής της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Για την Ελλάδα, είναι η περίοδος από το 1453 (άλωση της Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς) έως το 1821 (επανάσταση) και το 1832 (επίσημο νέο ελληνικό κράτος).
Ο όρος πρωτοεμφανίζεται μετά το 1834. {D.G.b.}
Επίσης, βλ. ρωμαιοκρατία, βενετοκρατία, φραγκοκρατία.
 Υυ
 υπογεγραμμένη ή υπογεγραμμένον ιώτα, προσγεγραμμένον ιώτα
Σε παλαιότερη ελληνική γραφή (τώρα σε αχρηστία): Μικρό γιώτα (iota I) γραμμένα κάτω (υπο‑) ή κοντά (προς) στα ελληνικά γράμματα άλφα (alpha A), ήτα (eta H) και ωμέγα (omega Ω).
αγγ: subscript = υπογεγραμμένον
αγγ: adscript = προσγεγραμμένον
Δες πώς γράφονται στον πίνακα chart της πολυτονικής γραφής.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: ελλ.ουσ.θηλ. γρ.πολυ: ἡ ὑπoγεγραμμένη που ήταν μετοχή που αποδιδόταν στο ουσιαστικό 'ιώτα' που κάποτε ήταν θηλυκού γένους. Τώρα οι ονομασίες των ελληνικών γραμμάτων είναι ουδέτερα ουσιαστικά, κι έτσι η έκφραση προσαρμόστηκε:
τo ὑπoγεγραμμένoν ἰῶτα.
 Φφ
 φθόγγος = phone (επίσης βλ. φώνημα)
phthongus: transliteration of ελλ.ουσ.αρσ. φθόγγος [`fθoŋgos] = sound (of speech or music). Compound word: diphthong). από the αρχ. verb φθέγγoμαι [`fθeŋgome] = I utter speech. Of unknown etymon.
 Φραγκοκρατία
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: λατ: Francus, πληθ: Franci = εθνότητα γερμανικής προέλευσης που κατοικούσε στη Ρωμαϊκή Γαλατία περίπου τον 3ο αιώνα κ.ε.
ΣΗΜΑΣΙΑ: για την ελληνική γλώσσα των βυζαντινών χρόνων: ελλ.επίθ.αρσ. Φράγκoς [`frangos] = οποιοσδήποτε κάτοικος της δυτικής ευρώπης.
+ ‑κρατία [kra`tia] από το ελλ.ουσ.ουδ. κράτoς.
ΣΗΜΑΣΙΑ: Για την ελληνική ιστορία: Η κατοχή ελληνικών περιοχών σε διάφορες εποχές από δυτικοευρωπαίους (13ος‑16ος αιώνας). Ο όρος πρωτοεμφανίζεται το 1851. {D.G.b.}
Επίσης βλ. ρωμαιοκρατία, ενετοκρατία, τουρκοκρατία.
 φωνήεν
Στη φωνητική: ανθρώπινος ήχος που παράγεται από την αβίαστη έξοδο της ανάσας από το στόμα χωρίς κανένα εμπόδιο.
Στη γραμματική: γράμμα που δηλώνει έναν τέτοιο ήχο.
Τα φωνήεντα μπορούν να ποικίλουν ως προς τη διάρκεια: μακρά διάρκεια, μακρό φωνήεν ή μικρή, βραχεία διάρκεια, βραχύ φωνήεν, βραχέα φωνήεντα.
Στη φωνητική της ελληνικής: υπάρχουν 5 ήχοι φωνηέντων, και όλα προφέρονται με μικρή διάρκεια a e i o u. Στα αρχαία χρόνια, υπήρχε μεγαλύτερη ποικιλία ήχων φωνηέντων. (βλ. greek pronunciation).
Γραφή και γραμματική της ελληνικής: Θα περιμέναμε ότι για 5 φωνήεντα έχουμε 5 γράμματα (ένα για το καθένα). Όμως η ιστορική ορθογραφία διατηρεί κάποιους ήχους του παρελθόντος. Έτσι, έχουμε πέντε γράμματα φωνηέντων: <A E H I O Y Ω> και μπόλικα διγράμματα. Ακόμη και σήμερα, στις σύγχρονες γραμματικές της ελληνικής, τα φωνήεντα κατατάσσονται στις παλαιές εκείνες κατηγορίες ανάλογα με την προσωδία και τον ποσοτικό τους χαρακτήρα που επέζησε τους γραμματικούς κανόνες, αλλά έχει εξαφανιστεί από την ομιλία.
Οι τρεις κατηγορίες στη γραμματική είναι: 'μακρό', 'βραχύ' και 'δίχρονο'. Στα νέα ελληνικά προφέρονται πάντοτε όλα βραχέα.
μακρό φωνήεν - μακρά φωνήεντα: eta ( H ), omega ( Ω ) και οι 11 συνδυασμοί διγραμμάτων όπως π.χ. AI, EI, OI κ.λπ.
βραχύ φωνήεν - βραχέα φωνήεντα: epsilon ( E ) και omicron ( O ).
μακρό φωνήεν - μακρά φωνήεντα: alpha ( A ), iota ( I ) και upsilon ( Y ).
 φώνημα (επίσης βλ. φθόγγος και αλλόφωνο)
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από γαλλ: phonème και γερ: Phonem < λατ. phonema = φωνή, ομιλία < ελλ.αρχ. φώνημα από ελλ.ουσ.θηλ. φωνή [fo`ni].
Φώνημα είναι η μικρότερη διαφοροποιητική μονάδα στους ήχους μιας ανθρώπινης γλώσσας.
What is an phoneme? @www.sil.org
π.χ. το φώνημα /k/ μπορεί να ακουστεί ως [k], [c], [q] κ.λπ. Αν πω την ελληνική λέξη γέρος ως [`jeros] ή ως [`γeros], ο συνομιλητής μου θα καταλάβει ότι εννοώ τη λέξη γέρος. Αν όμως πω [`θeros] θα καταλάβει τη λέξη: θέρος. /γ/ και /θ/ είναι φωνήματα ενώ τα /γ/ και /j/ δεν είναι (στα ελληνικά).
 φωνητικός
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: από ουσ. φωνή [fo`ni].
Στη γλωσσολογία φωνητική είναι η μελέτη των ήχων στην ανθρώπινη ομιλία. Επίσης η φωνητική είναι η μελέτη του τραγουδιού. Η ορθοφωνία είναι η μελέτη της φωνητικής στην τέχνη της υποκριτικής.
 Χχ
-
 Ψψ
-
 Ωω
-
 Vv
 velar
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: λατ.ουσ.ουδ. vēlum, ‑i = 1. ιστίο (πανί) καραβιού, 2. κουρτίνα. Είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στη φωνητική για τη μαλακή υπερώα στη στοματική κοιλότητα.
Στη φωνητική, βλ. [k, g, ŋ] στη φυσιολογία ομιλίας.

κατερίνα σαρρή, αθήνα, 2001. αναν:2008.06.15.