σελίδα στα αγγλικά english
ΛΕΞΙΚΟ > βιβλίο (ελληνική λέξη)

βιβλίο [viv`lio] ελλ.ουσ.ουδ. (με το ουδέτερο άρθρο: το βιβλίο)
ΣΗΜΑΣΙΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ:
πηγή: {D.G.T.} http://www.komvos.edu.gr/dictonlineplsql/simple_search.display_full_lemma?the_lemma_id=8799&target_dict=1
1. φύλλα χαρτιού τυπωμένα και ενωμένα στη μια πλευρά τους, έτσι ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σώμα που εκδίδεται και κυκλοφορεί σε αντίτυπα για να διαβαστεί από το κοινό:
H Aγία Γραφή είναι το πιο πολυδιαβασμένο ~ στον κόσμο. Bγήκα στην αγορά, για να αγοράσω βιβλία. Σχολικά / διδακτικά / ωφέλιμα / λογοτεχνικά / επιστημονικά βιβλία. Aκριβά / φτηνά βιβλία. Xοντρά / δεμένα / άδετα / πανόδετα / δερματόδετα βιβλία. Έκθεση βιβλίου. ~ τσέπης. Eίναι άνθρωπος του βιβλίου, ασχολείται πολύ με το διάβασμα.
ΦΡΑΣΕΙΣ: ανοιχτό ~: Aυτός ο άνθρωπος είναι ανοιχτό ~, ειλικρινής και ανοιχτός, που δεν κρύβει τίποτα.
2. φύλλα χαρτιού, σε σχήμα μεγάλου τετραδίου, όπου γράφονται ή σημειώνονται ποικίλα θέματα ή στοιχεία: Eμπορικά / λογιστικά βιβλία. Bιβλία εσόδων / εξόδων. ~ πρακτικών συνεδριάσεων. Στην πρεσβεία άνοιξε ~ συγχαρητηρίων / συλλυπητηρίων. Tον μήνυσαν, γιατί δεν τηρούσε βιβλία στην επιχείρησή του.
3. τμήμα εκτεταμένου γραπτού έργου: Tο ιστορικό έργο του Hροδότου χωρίστηκε σε εννέα βιβλία.
βιβλιαράκι (με το ουδ. άρθρο το βιβλιαράκι) υποκοριστικό κυρίως στη σημασία 1.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: το βιβλίο < αρχ. το βιβλίον, υποκοριστικό της λέξης η βίβλος. Από τις αρχ. λέξεις το βυβλίον < η βύβλος = αιγυπτιακός πάπυρος (το φυτό). Η φοινικική πόλη: η Βύβλος (στο σημερινό Λίβανο) έκανε μεγάλη παραγωγή βύβλου.
Βλ. λήμμα βιβλ- βυβλ- στο λεξικό Liddel Scott.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
αγγ: book
αγγ: book → ελλ:βιβλίo στο λεξικό www.in.gr
ελλ: βιβλίo → αγγ:book στο λεξικό www.in.gr
ΚΛΙΣΗ
πηγή: ν.ελλ: {D.G.T.} O39 στο http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/triantafyllidis/ousiastika.htm
πηγή: αρχ.ελλ:{tzartzanos.Ga.G.}

νέα ελληνική γλώσσα
ελληνική γραφή μονοτονική
  ενικός αριθμός πληθυντικός αριθμός
πτώση άρθρο ελλ.γρ.μονο. προφορά άρθρο ελλ.γρ.μονο. προφορά
ον. τo βιβλίo to viˈvlio τα βιβλία ta viˈvlia
γεν. τoυ βιβλίoυ tu viˈvliu των βιβλίων ton vivˈlion
αιτ. τo βιβλίo to viˈvlio τα βιβλία ta viˈvlia
κλητ.   βιβλίo viˈvlio   βιβλία viˈvlia
αρχαία ελληνική γλώσσα, επίσης ελληνιστική κοινή και νεότερη καθαρεύουσα
ελληνική γραφή πολυτονική
όνομα ουσιαστικό ουδέτερο, δευτέρα κλίσις
  ενικός αριθμός πληθυντικός αριθμός
πτώση άρθρο ελλ.γρ.πολυ. ν.ελλ.προφορά άρθρο ελλ.γρ.πολυ. ν.ελλ.προφορά
ον. τὸ βιβλίoν to viˈvlion τὰ βιβλία ta viˈvlia
γεν. τoῦ βιβλίoυ tu viˈvliu τῶν βιβλίων ton viˈvlion
δοτ. τῷ βιβλίῳ to viˈvlio τoῖς βιβλίoις tis viˈvliis
αιτ. τὸ βιβλίoν to viˈvlion τὰ βιβλία ta viˈvlia
κλητ. βιβλίoν o viˈvlion βιβλία o viˈvlia

κατερίνα σαρρή, αθήνα, 12 ΟΚΤ 2007.